Δεκέμβριος 2004
7,00 € 
Επιλογή Τεύχους


Στερεύει το πετρέλαιο;
Σύμφωνα με μερικούς γεωλόγους, ο κόσμος μας βαδίζει προς μια πετρελαϊκή κρίση χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Η κρίση θα επέλθει, ισχυρίζονται, όχι όταν στερέψουν οι πετρελαιοπηγές, αλλά όταν η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου φθάσει στο μέγιστό της και ακολούθως αρχίσει η πτώση. Εκείνη την εποχή, οι τιμές αναμένεται να εκτιναχθούν στα ύψη, εκτός κι αν η ζήτηση, η οποία αυξάνει χρόνο με το χρόνο, παρουσιάσει και αυτή κάμψη.

Ωστόσο, το πότε ακριβώς θα επιτευχθεί η μέγιστη παραγωγή αποτελεί αντικείμενο διαμάχης. Παραδείγματος χάριν, η Διεύθυνση Πληροφόρησης για την Ενέργεια (EIA) του αμερικανικού Υπουργείου Ενέργειας έχει προβεί σε διάφορες προβλέψεις, σύμφωνα με τις οποίες η αδυναμία κάλυψης των αναγκών σε πετρέλαιο θα λάβει χώρα το νωρίτερο το 2021 και το αργότερο το 2112. Αλλοι πάλι ―όπως ο γεωλόγος Colin Campbell, πρόεδρος της Ένωσης για τη Μελέτη του Μέγιστου της Παραγωγής Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου (ΑSPOG) στην Ουψάλα της Σουηδίας― εισηγούνται ότι το μέγιστο μπορεί να λάβει χώρα συντομότερα, ίσως το 2005· ο γεωφυσικός Kenneth Deffeyes, του Πανεπιστημίου Πρίνστον, διατείνεται ότι το μέγιστο θα σημειωθεί δίχως άλλο τον επόμενο χρόνο. Ο οικονομολόγος Morris Adelman, του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης, όμως, επιμένει ότι «για τα επόμενα 25 με 50 χρόνια, το πετρέλαιο που προορίζεται για διάθεση στις αγορές μπορεί από όλες τις απόψεις να θεωρηθεί ανεξάντλητο». Η διαφορά μεταξύ αισιόδοξων και απαισιόδοξων για τα αποθέματα πετρελαίου είναι εξαιρετικά κρίσιμη, διότι, αν οι απαισιόδοξοι έχουν δίκιο, τότε δεν υπάρχει αρκετός χρόνος για να γίνει ομαλά η μετάβαση σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας.

Οι αποκλίνουσες εκτιμήσεις σχετικά με τη χρονοθέτηση του μεγίστου ίσως εμφανίζονται επειδή οι επίσημες υπηρεσίες, όπως η EIA, υφίστανται έντονες πιέσεις να μην προκαλέσουν πανικό στις αγορές κοινοποιώντας απαισιόδοξες προβλέψεις. Διαφορές όμως εγείρονται και λόγω της έλλειψης συμφωνίας για την εγκυρότητα των δεδομένων που αφορούν τα αποθέματα πετρελαίου. Η καλύτερη γνωστή πηγή πληροφόρησης για τα πετρελαϊκά αποθέματα είναι η Αμερικανική Υπηρεσία Γεωλογικής Διασκόπησης (USGS), η οποία εκτιμά ότι πριν την έναρξη της άντλησης πετρελαίου τον 19ο αιώνα, στο έδαφος υπήρχαν συνολικά 3,3 τρισεκατομμύρια βαρέλια. Όμως, μόνο 0,7 τρισεκατομμύρια βαρέλια έχουν εξαχθεί, υπονοώντας ότι το μέγιστο στην παραγωγή πετρελαίου βρίσκεται ακόμα πολλά χρόνια στο μέλλον.

Ο Campbell και διάφοροι άλλοι ισχυρίζονται ότι αυτές οι εκτιμήσεις είναι πάρα πολύ υψηλές, διότι οι χώρες υπερβάλλουν ως προς τις ποσότητες πετρελαίου που υπάρχουν ακόμα στο υπέδαφός τους. Μια τέτοιου είδους αναθεώρηση συνέβη κατά τα φαινόμενα στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν έξι χώρες τού OPEC ανέβασαν τα δηλωμένα αποθέματά τους κατά τεράστια ποσά, προφανώς για να αυξήσουν κατά πολύ τις ποσοστώσεις στις εξαγωγές τους, στοιχείο το οποίο αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό των αποθεμάτων. Αλλά και οι εταιρείες υπερβάλλουν, εξ ιδίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του βρετανοολλανδικού ομίλου Shell, που παραδέχθηκε ότι τα «εξακριβωμένα αποθέματά του» ήταν κατά 20% λιγότερα απ’ ό,τι είχε αρχικά δηλωθεί. Οι επικριτές επισημαίνουν επίσης ότι η ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων παγκοσμίως παρουσίασε μέγιστο τη δεκαετία του 1960, και έκτοτε σημειώνει πτώση. Οι αισιόδοξοι πάλι δηλώνουν ότι οι νέες τεχνικές ανακάλυψης και εξόρυξης θα διατηρήσουν την παραγωγή σε υψηλά επίπεδα για αρκετά χρόνια ακόμα, ματαιώνοντας με αυτό τον τρόπο μια πρόωρη κορύφωση της παραγωγής.

Η επερχόμενη μείωση των αποθεμάτων πετρελαίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε παγκόσμια ύφεση και να παροξύνει τις ήδη υπάρχουσες εντάσεις μεταξύ των κρατών που εισάγουν πετρέλαιο. Η Κίνα, στην οποία η ζήτηση σε πετρέλαιο αυξάνεται ραγδαία, ανταγωνίζεται σθεναρά με την Ιαπωνία για το πετρέλαιο της Σιβηρίας, ενώ οι ΗΠΑ, η Ρωσία και το Ιράν βρίσκονται σε διπλωματική διαμάχη για τα πετρέλαια του Καζακστάν και του Αζερμπαϊτζάν. Πιθανή αστάθεια στη Σαουδική Αραβία θα επέφερε βαθύτερη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο. Παρά τις ανησυχητικές αυτές προοπτικές, καμία κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν κατέβαλε τις τελευταίες δύο δεκαετίες αξιόλογες προσπάθειες για το σχεδιασμό μιας πιθανής στροφής σε μια καινούργια ενεργειακή οικονομία.